| 個人檔案Screenwriting Blog (Athe...部落格清單 | 說明 |
Κι ύστερα ήρθε ο έρωτας.Από τον Λάκη Λαζόπουλο Όμορφα κυλούσαν οι γιορτινές μέρες του Πάσχα. Έως εκείνο το Πάσχα. Το Πάσχα του μεγάλου έρωτα. Κρυφά ερωτευμένος με ένα κορίτσι της γειτονιάς, δεν τολμούσα να πλησιάσω, να μιλήσω, να ανοιχτώ. Θα προτιμούσα να πεθάνω, παρά να πω τι αισθάνομαι σ' εκείνη την ηλικία (ναι, εγώ ο ίδιος είμαι αυτός για τον οποίο σας γράφω). Δεν ήξερα καν αν είχε καταλάβει κάτι, γιατί δεν μπορούσα έτσι κι αλλιώς, αδυνατούσα να εκδηλώσω τα συναισθήματά μου. Κι αυτό μέσα μου με είχε αρρωστήσει. Στο εκκλησάκι που υπήρχε κοντά στο σπίτι μας -δεν ήταν δα και καμιά μεγάλη εκκλησία, ήταν ο Άγιος Ελευθέριος, ο προστάτης των φυλακισμένων- μαζεύονταν τα κορίτσια κάθε χρονιά για να στολίσουν τον μικρό Επιτάφιο. Πριν εξιστορίσω τα γεγονότα, το τι έγινε ακριβώς εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή, είναι αναγκαίο να δώσω δύο πληροφορίες πριν. Η πρώτη είναι ότι κοιμόμουν με πολύ μεγάλη ευκολία οπουδήποτε. Στο κρεβάτι, στα πατώματα, στα μάρμαρα, χύμα, με ή χωρίς μουσική. Προνόμιο ζωής που δεν το έχω χάσει ακόμα ως τώρα. Η δεύτερη πληροφορία είναι ότι μου άρεσε πάντα να χάνομαι από το σπίτι μου. Να πηγαίνω μια επίσκεψη σ' ένα φιλικό σπίτι και να μένω εκεί έως το βράδυ, χωρίς να ειδοποιήσω κανέναν και να καλεί η μάνα μου τις αστυνομίες για να με ψάξει. Η μητέρα μου με πίεζε πάντα να προσκυνώ τον Επιτάφιο της μικρής εκκλησίας μας πριν με στείλει να προσκυνήσω τον Επιτάφιο της μεγάλης εκκλησίας της ενορίας μας. Θεωρούσε ότι ο Άγιος Ελευθέριος είναι ο προστάτης της οικογένειάς μας. Αποκοιμήθηκα... Εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή ξεκίνησα νωρίς-νωρίς να πάω. Τόσο νωρίς, που ακόμα δεν είχαν στολίσει τον Επιτάφιο τα κορίτσια. Τι να κάνω λοιπόν; Προκειμένου να ξαναγυρίσω σπίτι μου μπήκα κάτω από τον Επιτάφιο και ξάπλωσα λίγο. Άλλωστε έπεφτε ένα ύφασμα λευκό, το οποίο σκέπαζε όλο τον Επιτάφιο στο κάτω μέρος του. Και να 'μπαινε κανείς δεν θα με έβλεπε κι όταν έρχονταν τα κορίτσια θα έβγαινα, θα φιλούσα τον Επιτάφιο και θα επέστρεφα σπίτι μου. Ήταν εντολή της μάνας μου: "Μην προσκυνήσεις τον Επιτάφιο αστόλιστο". Ο ύπνος με πήρε για τα καλά κι όταν ξύπνησα ήδη η κουβέντα απ' τα κορίτσια είχε ανάψει. Μιλούσαν για τους πρώτους τους έρωτες και την πρώτη φορά που είχε κάνει έρωτα η καθεμία. Δύσκολη στιγμή για να διαλέξω να βγω από κάτω. Κρατούσα την αναπνοή μου, τον βήχα μου, φοβόμουν μη με πιάσει η αλλεργία από τη σκόνη και αρχίσω να φταρνίζομαι. Ίδρωσα. Έπαθα πανικό, δεν ήξερα τι να κάνω. Θα πίστευαν ότι τόση ώρα κρυφάκουγα. Ζάρωσα, συρρικνώθηκα ακόμα περισσότερο, προσπαθώντας να μην κουνάω ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι. Άκουγα τα πάντα. Ήταν απίστευτα. Πρώτη φορά συνειδητοποιούσα τι λένε τα κορίτσια μεταξύ τους. Ώσπου κάποια στιγμή άκουσα τη φωνή εκείνης. "Εσύ;", τη ρωτούσαν οι άλλες, "ακόμα δεν έχεις κάνει έρωτα;" - "Όχι", είπε εκείνη. - "Γιατί;" - "Ε, γιατί, γιατί..." είπε αυτή, "γιατί αυτός που θέλω είναι ένα τούβλο και δεν καταλαβαίνει ότι τον θέλω". Παρ' όλο που η λέξη τούβλο δεν ήταν εκείνη που θα ήθελα να οικειοποιηθώ για μένα, είπα: "Θεέ μου, ας είμαι εγώ αυτό το τούβλο". - "Και ποιο είναι αυτό το τούβλο;" ρώτησαν οι άλλες. - "Δεν πρόκειται να σας πω το μυστικό μου, κορίτσια. Αποκλείεται!" είπε εκείνη. Άρχισαν τα "έλα", "δεν είσαι εντάξει", "τι σόι φίλες είμαστε;", "γιατί δηλαδή, εμείς είμαστε ηλίθιες που λέμε τα δικά μας;", "αφού ξέρεις, εμείς είμαστε τάφοι, όλες". Ε, είδε κι απόειδε κι αυτή, "θα σας πω", είπε, "το πρώτο γράμμα, αλλά δεν θα ξαναρωτήσετε. Αρχίζει από Λ". Ήθελα να ουρλιάξω από τη χαρά μου, να βγω, να πετάξω, να πάρω τον Επιτάφιο στους ώμους και να κάνω μόνος μου την περιφορά. Ήθελα να της πω "αγάπη μου, εδώ είναι το τούβλο σου, κάτω από τον Επιτάφιο. Έλα να χτίσουμε μαζί τον κόσμο και το πρώτο τούβλο το βάζω εγώ, δωρεάν". Ξεμύτισα Έμεινα τόσες ώρες κάτω από τον Επιτάφιο και μόνο στην πρώτη στιγμή που ένιωσα την εκκλησία άδεια από ήχους βγήκα δειλά-δειλά και σηκώθηκα παριστάνοντας τον άνετο. Πήγα και άναψα ένα κεράκι. Τώρα το ήξερα. Με αγαπούσε κι εκείνη. Είχε καταλάβει. Είχε νιώσει. Το βράδυ, οι Επιτάφιοι όλων των εκκλησιών μαζεύονταν στην κεντρική πλατεία της Λάρισας για να ψάλουν από κοινού. Εκεί την είδα, μαζί με τα κορίτσια της γειτονιάς. Πλησίασα, χαιρέτησα κι όταν βρήκα την ευκαιρία τής είπα στο αυτί: "Το τούβλο πάνω απο ένα χρόνο τώρα σε θέλει και σε αγαπάει πάρα πολύ". Τα 'χασε. Προσπάθησε να καταλάβει ποια απ' τις φίλες της είχε καταλάβει το όνομα και το είχε καρφώσει κιόλας. - "Ξέρω", της είπα. - "Όχι, δεν ξέρεις", μου είπε. - "Ξέρω ότι εγώ είμαι το τούβλο". - "Ναι, αλλά δεν ξέρεις γιατί σε είπα τούβλο". - "Γιατί;" της είπα. - "Γιατί ο πατέρας μου πήρε μετάθεση και σε μια βδομάδα φεύγουμε απ' τη Λάρισα", μου είπε αυτή. Όχι... Έμεινα ακίνητος, σιωπηλός και για πολλά χρόνια ερωτευμένος στη σκέψη του κοριτσιού που χάθηκε. Ήμουν απαρηγόρητος. Ούτε τα φιλιά της μιας βδομάδας μπόρεσαν να με παρηγορήσουν. Την άλλη μέρα στην Ανάσταση, η μάνα μου κατάφερε, για πρώτη φορά, να είναι στην ώρα της. Κι όμως δεν μου έκανε καμία εντύπωση. Σήμερα, όλα έχουν πάρει τις αποστάσεις τους μέσα στον χρόνο. Η Ανάσταση, όμως, συνεχίζει να με συγκινεί το ίδιο. Κατάφερα να φτάνω λίγο νωρίτερα στην εκκλησία. Δεν χαίρομαι πια σαν παιδί, γιατί δεν είμαι παιδί. Αλλά χαίρομαι σαν μεγάλος που ακόμα θυμάμαι το παιδί που ήξερε τότε να μιλάει. Η ζωή, τότε, μου έμαθε πως ό,τι σκέφτομαι, ό,τι θέλω, πρέπει να το λέω στην ώρα του, γιατί ποτέ δεν ξέρω πότε είναι το αργά.
Εφημερίδα "ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ", 1/5/2005
引用通告引述這則內容的部落格
|
|
|