| Alexandros 的个人资料Screenwriting Blog (Athe...日志列表 | 帮助 |
Mια γριούλα στις κούνιεςΤου Κώστα Γεωργουσόπουλου Υπάλληλοι και οι δύο σε ασφαλιστική εταιρεία, δηλαδή ασφαλιστής εκείνος, εκείνη εισπράκτορας, που θα πει έλειπαν από το σπίτι τους ολημερίς. H γριούλα, μητέρα του ώριμου κυρίου όπως είπα, πρέπει να περνούσε τα ενενήντα και είχαμε μάθει όλοι στη γειτονιά πως δυο, τρεις φορές βγήκε από το σπίτι το πρωί και χάθηκε, αλλά γρήγορα, το βραδάκι, τη βρήκαν και με τη συνδρομή της Αστυνομίας, γιατί περιφερόταν, ευτυχώς καλοκαιράκι, με το νυχτικό και σούρνοντας τις παντόφλες της. Και τις δύο φορές αυτές την εντόπισαν στο δάσος των Ιλισίων, απάνω μεριά προς την Πανεπιστημιούπολη. H γριούλα τα είχε χαμένα, ήταν φευγάτη. Ο γιος της, τον οποίο συχνά τις Κυριακές τα πρωινά συναντούσα στο θαυματουργό μικρομάγαζο της γειτονιάς που βρίσκεις ό,τι επιθυμείς, όπου ψωνίζουμε και τις εφημερίδες, μια από τις φορές που είχε μαθευτεί πως χάθηκε και τον ρώτησα με ενδιαφέρον, μου εξήγησε νηφάλια, χωρίς αγανάκτηση, χωρίς παράπονο, αλλά με τρυφερότητα και υϊκή στοργή πως η γριούλα έπασχε από ελαφρά άνοια με διαλείψεις μνήμης. Και όπως συχνά συμβαίνει σ' αυτές τις περιπτώσεις, οι υπερήλικες ξεχνούν τα πρόσφατα γεγονότα, ακόμη και τι φάγανε το πρωί, ακόμη και το όνομά τους, ενώ αναδύεται από τα βάθη της μνήμης κάθε μακρινό επεισόδιο που το περιγράφουν με εκπλήσσουσα σαφήνεια, ακρίβεια και εξαντλητικές λεπτομέρειες. Είχα και εγώ να καταθέσω τέτοια, συχνά διασκεδαστικά, περιστατικά. Μία στενή συγγενής μου, υπέργηρη, με άνοια, που περνούσε ώρες μπροστά στην τηλεόραση την οποία της άνοιγαν για να απασχολείται με τις εναλλαγές των εικόνων και του φωτισμού, όταν πήγαινα στο σπίτι και την ρωτούσαν ποιος είμαι, παιδίζοντας, ψευδίζοντας, κοιτώντας με με διαπορούντα μάτια έλεγε: “Ιν ξέλω”. H κυρία όμως που την φρόντιζε, μου είπε κάποτε γελώντας πως ένα απόγευμα που ετοίμαζε το φαγητό στην κουζίνα άκουσε τη γιαγιά να φωνάζει το όνομά μου δυνατά. Όταν έσπευσε να δει τι συμβαίνει, εκείνη της έδειχνε τη μικρή οθόνη, όπου προβαλλόταν μια εκπομπή στην οποία συμμετείχα. Έτσι και με τη γειτόνισσα γριούλα, ο γιος της, με ένα γελάκι γλυκιάς, τρυφερής εγκαρτέρησης, με πληροφόρησε πως την ακούνε στο κρεβάτι της ή στο καθιστικό να τραγουδάει, αλλά χρόνο με τον χρόνο απομακρύνονται οι προτιμήσεις της. Θυμάται να μουρμουρίζει παλιά σουξέ, ύστερα από καιρό πάει πιο πίσω, πέρασε κάποτε στις καντάδες, σε εμβατήρια και πατριωτικά ποιήματα της σχολικής περιόδου “και τώρα”, είπε ο γιος της, “με παιδικό ενθουσιασμό και ανάλογη άρθρωση τραγουδάει το "κουνελάκι", το "πάει ο λαγός να πιει νερό", την "ωραία πεταλούδα" και το "ο μύλος γυρίζει, ο μύλος κροτεί, αχ πόσο μ' αρέσει και μ' ευχαριστεί"”! Χωρίσαμε λέγοντας τα τυπικά, “ου γαρ έρχεται μόνον...”, “τι μηχανή πολύπλοκη είναι ο άνθρωπος”, “ποιος ξέρει πώς λειτουργεί εν τέλει ο εγκέφαλος” κ.τ.λ. Ένα πρωί Σαββάτου, είχα βγάλει το σκύλο μου στον καθιερωμένο περίπατό του, στο αλσύλλιο των Ιλισίων, όταν αντίκρυσα τη γριούλα, με το νυχτικό πάντα και τις παντόφλες, κρεμασμένη στα κάγκελα της παιδικής χαράς που πρόσφατα είχε εγκαινιαστεί, ανακαινιστεί και περιφραχθεί. Όταν πλησίασα, μου άρπαξε το χέρι, το ανέβασε στο στήθος της και κοιτώντας με με ικετευτικά και υγρά μάτια μού είπε: “Πήγαινέ με στις κούνιες, θέλω να κάνω κούνια και τραμπάλα”. Μου έσφιγγε το χέρι με μια αδιανόητη για την ηλικία της δύναμη, σαν τανάλια. “Θέλω κούνια”, έλεγε και τα μάτια της άρχισαν να τρέχουν ζεστά δάκρυα. Κάθε προσπάθεια να απαλλαγώ το ένιωθα σαν προδοσία. Το αχαμνό αυτό αχυράκι, χωρίς ίχνος κρέατος, όλο κόκαλα και δέρμα, με τα ρουφηγμένα μάγουλα, τα μακριά σαν κόνδορα δάχτυλα και τα καλαμάκια ποδαράκια και τα πελώρια “παιδικά” μάτια, λαμπερά μέσα στην υγρασία τους, γεμάτα αγνό, αθώο πόθο, αυτή η συνταρακτική επιστροφή στη νηπιότητα με παρέλυσαν. Έδεσα τον σκύλο μου στα κάγκελα και έτσι, κρατώντας την από το χεράκι, την οδήγησα στην πόρτα της παιδικής χαράς, στην άλλη πλευρά της μάντρας. Όσο προχωρούσαμε κρατώντας με, κουνούσε το χέρι της πέρα δώθε χαρούμενα και σε λίγο άρχισε να προχωρεί πηδώντας και ταυτόχρονα αφήνοντας παιδικές φωνούλες ενθουσιασμού. Με οδήγησε με το ζόρι στις κούνιες, αφέθηκε να την ανεβάσω στο κάθισμα, κράτησε γερά τις αλυσίδες και άρχισε να κουνιέται ρυθμικά. Ύστερα είπε: “Κούνα με, ψηλά ψηλά ώς τον ουρανό”. Πήγα πίσω της και έβαλα τα χέρια μου στον κυρτωμένο ώμο, σαν λάστιχο αντέδρασε και το γέρικο κουφάρι αισθάνθηκα να ζωηρεύει. Έσπρωξα και η κούνια έτριξε στους αρμούς της αλυσίδας και ανέβηκε ψηλά. Πέφτοντας, έπεσε στα ανοιχτά μου χέρια και επανέλαβα την ώθηση. “Πιο ψηλά”, είπε η γριούλα, “ώς τον ουρανό”. Και να γελά, να κακαρίζει, σαν να την γαργαλούσαν, αφήνοντας κραυγούλες αγαλλίασης. “Πάλι, πάλι”, φώναζε.Όταν χόρτασε, μου φώναξε πέφτοντας “τώρα στον μύλο”. Την κατέβασα και τρέχοντας χωρίς τη βοήθειά μου, σαν κατσικάκι, έβαλε το ένα γόνατο και με ώθηση ανέβηκε στον μύλο. “Γύρνα με, δυνατά, σαν σβούρα”, διέταξε. Έβαλα τα δυνατά μου, πήρα φόρα και έδωσα κυκλική φορά στον μύλο. Το χαιρόταν. Κάποια στιγμή κοιτώντας γύρω μου και διαπιστώνοντας πως στην περιοχή δεν υπήρχε ψυχή ζώσα, ένιωσα τον εαυτό μου να ζηλεύει. Έτσι, αφού έδωσα ώθηση, πήδηξα κι εγώ σε ένα κυκλικό τμήμα του μύλου και παίξαμε γυρίζοντας μαζί. Κάποτε βαρέθηκε. “Θέλω τσουλήθρα”, είπε. “Μπορείτε ν' ανεβείτε τα σκαλιά;” είπα. “Κάθε μέρα ανεβαίνω, μπαμπά!”, είπε. Βρισκόταν στο παρελθόν, δεν θυμόταν την παιδική της ηλικία. Είχε επιστρέψει και ήταν παιδί και είχε πάει στις κούνιες με τον πατέρα της. Σκαρφάλωσε στην τσουλήθρα και όταν έφθασε στην κορυφή έκανε κάτι που με άφησε άναυδο. Κάθισε με τα πόδια κρεμασμένα και με επιμέλεια μάζεψε προς τα πάνω το νυχτικό, αφήνοντας τα πόδια γυμνά και με το φόρεμα να μεταποιείται σε ένα είδος πρόχειρης φουφούλας. “Φαίνεται το βρακάκι μου;”, είπε με αιδημοσύνη σχεδόν κοκκινίζοντας. “Καθόλου”, τη διαβεβαίωσα. Έδωσε μια και τσούλησε με χάρη, αφήνοντας μια χαρούμενη τσιριξιά. Επανέλαβε το παιχνίδι πάλι και πάλι. Είχε φουντώσει, είχε αιματωθεί το άσπρο προσωπάκι της και η κοκκινίλα έφθανε ώς τις αραιές ρίζες των λίγων της μαλλιών στους κροτάφους. Κάποτε κουράστηκε. Κατεβαίνοντας και με το αφοπλιστικότερο ύφος του κόσμου είπε: “Μπαμπά, θέλω τσίσια”. Πάγωσα. Έτρεξε και χώθηκε μέσα στις πικροδάφνες, φωνάζοντας: “Με βλέπουν;”. “Όχι” είπα. Ευτυχώς δεν άργησε γιατί ήρθε να διαταράξει την ησυχία του τόπου ένας νεαρός μοτοσυκλετιστής. Άφησε τη μηχανή σε έναν μικρό διάδρομο του άλσους και ήρθε να ασκηθεί στη διπλανή ενότητα που έχει εγκαταστάσεις ενόργανης γυμναστικής για εφήβους. Συχνά τα πρωινά, όταν βγάζω τον σκύλο βλέπω νεαρά παιδιά ψωμωμένα να κάνουν κρίκους, μονόζυγο και να ισορροπούν στη δοκό. Ο νεαρός, γύρω στα 25, έβγαλε το πουκάμισο, ήταν αρχές φθινοπώρου, έμεινε με το φανελάκι και “ανέβηκε” στους κρίκους. H γριούλα ξεράθηκε, καθόταν απέναντι άναυδη και χάζευε το νεαρό κορμί να αιωρείται, να συστρέφεται, να συσπειρώνεται και να εκτινάσσεται με όλη την αυθάδεια και την έπαρση της νιότης. Πριν καν το καταλάβω σχεδόν τρέχοντας η γριούλα ξέφυγε, βγήκε από την πόρτα της παιδικής χαράς και μπήκε στο υπαίθριο γυμναστήριο. Πλησίασε στο όργανο με τους κρίκους και κοιτώντας τον αιωρούμενο νεανία του φώναξε με έξαψη: “Πώς σε λένε, αγοράκι;”. Ο νεαρός χαμήλωσε το πρόσωπο και από το ύψος του, χωρίς να έχει αιφνιδιαστεί, θα έλεγα με τρυφερότητα, απάντησε: “Ράντοβαν”. Γέλασε το αγόρι, ξεκαρδίστηκε και το “κορίτσι”. “Θες να παίξουμε μαζί, αγοράκι”, είπε η γιαγιά, “Αμέ!” είπε ο αλλοδαπός και κοιτώντας με αναρωτήθηκε με τα μάτια, αν του επέτρεπα να μπει στο παιχνίδι. Του ένευσα “ναι”. “Θες να σ' ανεβάσω να πιαστείς;” είπε ο Ράντοβαν. “Θέλω”, είπε η γιαγιά. Κατέβηκε ο νεαρός και πιάνοντάς την από τους ώμους την ανέβασε. Εκείνη άρπαξε τους κρίκους. Χωρίς να την αφήσει, αλλά τώρα πιάνοντάς την από τη μέση, την κρατούσε απαλά. Εκείνη κουνιόταν, με χάρη, με νάζι και ένα παρθενικό ερύθημα απλώθηκε στις παρειές της, κάτι σαν ανατριχίλα τρικύμιζε το στήθος, τα χείλη και τα μάτια κλείναν νωχελικά, θα έλεγα ηδονικά, παρατημένα στο άγγιγμα του αγοριού. Κάποτε κουράστηκε. “Είναι καιρός να πάμε τώρα σπίτι”, είπα. Έγνεψε “ναι” και γυρνώντας στο παλικάρι είπε με ένα υπέροχο χάιδεμα στη φωνή: “Έλα κι αύριο να παίξουμε. Θα σε περιμένω”. Ανάλαφρη, αεράτη, με ακολούθησε ώς το σπίτι της, όπου ανήσυχη την περίμενε η θυρωρός που την είχε χάσει. “Δεν πρόφτασα να στρίψω για να βγάλω τα σκουπίδια και μου το 'σκασε”, είπε. H γριούλα πέθανε έξι επτά μήνες αργότερα. Άνοιξη προς το καλοκαίρι. Λίγοι γείτονες την ξεπροβόδισαν. Πριν σκεπάσουν το φέρετρο με τα απαίσια φτυάρια τους, κρυφά, συνωμοτικά, έριξα μέσα στον τάφο ένα γλειφιτζούρι.
Πηγή: Εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ", 12/11/2005 引用通告引用此项的网络日志
|
|
|