ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΥ
Δύο φορές στη ζωή μου ώς τώρα ανακατεύτηκα με τον κινηματογράφο, και ήμουν τυχερός, γιατί και οι δύο ταινίες γνώρισαν επιτυχία και ξαναπαίζονται έκτοτε, σχεδόν κάθε χρόνο, στην τηλεόραση. Πρόκειται για τη «Φανέλα με το εννιά» (1988) του Παντελή Βούλγαρη και τον «Εργένη» (1997) του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Η πρώτη βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μένη Κουμανταρέα, και έγραψα το σενάριό της, ενώ η δεύτερη βασίστηκε στο δικό μου ομώνυμο μυθιστόρημα, και έγραψα επίσης το σενάριο, αυτή τη φορά σε συνεργασία με το σκηνοθέτη.
Ειδικά με τον «Εργένη», ένιωσα ότι έπαιρνα την εκδίκησή μου. Κανένα άλλο από τα δεκαεφτά βιβλία που έχω δημοσιεύσει, δεν δέχτηκε τέτοια ομοβροντία αρνητικών κριτικών. Η ταινία, με πρωταγωνιστές σταρ της εγχώριας σκηνής (από τον Στράτο Τζώρτζογλου και την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ώς τον Ακη Σακελλαρίου και τη Ναταλία Δραγούμη), έφτασε τα εκατόν πενήντα χιλιάδες εισιτήρια. Όσο για το μυθιστόρημα, από το 1993 που πρωτοεκδόθηκε, έχουν τυπωθεί δώδεκα χιλιάδες αντίτυπα. Ακόμη πιο ευχαριστημένος όμως νιώθω που η ταινία μού άρεσε, κι ας ήταν λιγότερο σκοτεινή ή γκροτέσκα από το βιβλίο. Ο Παναγιωτόπουλος έπιασε κάτι από το βαθύτερο πυρήνα της ιστορίας μου και κατόρθωσε να παρασύρει, ως θεατή, μέχρι κι εμένα τον ίδιο.
Είτε τυχαίνει να έχεις γράψει μόνο το σενάριο είτε η ταινία βασίζεται σε κάποιο δικό σου έργο, σε κάθε περίπτωση υπάρχει μια γεύση θριάμβου. Και μόνο που βλέπεις ανθρώπους να κινητοποιούνται για να υλοποιήσουν πράγματα τα οποία έγραψες κάποτε μόνος μέσα σε ένα δωμάτιο, είναι υπεραρκετό. Ακούς τους διαλόγους σου να εκφωνούνται, οι χαρακτήρες σου παίρνουν σάρκα και οστά, το γραπτό σου ζωντανεύει. Κι άλλοτε πάλι τυχαίνει να απογοητεύεσαι, όχι επειδή η ταινία δεν είναι πιστή στο βιβλίο ή το σενάριο, αλλά γιατί απλώς κάποια σημεία της δεν σου πολυαρέσουν. Στο τέλος τέλος, κι εσύ ο ίδιος δεν παύεις να είσαι ένας θεατής, σχεδόν όπως όλοι.
Με τη διαδεδομένη άποψη ότι το ελληνικό σινεμά πάσχει από σενάρια, δεν συμφωνώ. Το σενάριο είναι ζήτημα τεχνικής, όσο και η φωτογραφία ή το μοντάζ. Το βασικό είναι η ιστορία που αφηγείται μια ταινία, η ατμόσφαιρα, το αίσθημα και οι ιδέες που προσπαθεί να σου μεταδώσει. Αυτό δεν σημαίνει ότι υποτιμώ τα σενάρια, μάλιστα κάποτε μπορούν να είναι αυθεντικά έργα τέχνης του λόγου. Επιπλέον η σύγχρονη λογοτεχνία είναι καταλυτικά επηρεασμένη από τη σεναριακή τεχνική, μέχρι και στον τρόπο με τον οποίο μοντάρονται οι φράσεις ενός κειμένου. Ο ελληνικός κινηματογράφος, όμως, μου φαίνεται ότι χρειάζεται επειγόντως μετάγγιση από τη λογοτεχνία μας, γιατί ελάχιστα έχει αντλήσει από αυτήν. Όσο πιο πολλά βιβλία μεταφερθούν στη μεγάλη -ή στη μικρή- οθόνη τόσο περισσότερα καλά πρωτότυπα σενάρια θα εμφανιστούν στο μέλλον.
Πηγή: Περιοδικό «Βιβλιοθήκη» (Ένθετο εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», τεύχος 382)